Πήγα εις Μισολόγγι πούντιασα εις τον δρόμον κι’ από το κιντέρι μου αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κ’ έκαμα άρρωστος εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Και οι καϊμένοι οι Αρτηνοί διακόνευαν, και πλέρωναν άνθρωπον κ’ έρχονταν τόσες ημέρες δρόμον να ιδούνε τι κάνω. Τόση ευγένειαν είχαν σ' εμένα.
Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ούτε από τα ποδάρια, ούτε από τα μάτια, ήρθε ο αδελφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ' ένα χωριόν ονομαζόμενον Σερνικάκι, ήταν παντρεμένος, κ’ εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική.
* κιντέρι: θλίψη
* λεγένι: λεκάνι
[Από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη]
Ανάρτηση στο facebook του Α. Χατζή, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών